Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mincir
01
αδυνατίζω, γίνομαι πιο λεπτός
devenir plus mince, perdre du volume
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
mincis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
mincissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
mincirai
ενεστώτα μετοχή
mincissant
παθητική μετοχή
minci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
mincissions
Παραδείγματα
Elle veut mincir avant l'été.
Θέλει να αδυνατίσει πριν από το καλοκαίρι.



























