Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mime
01
μίμος, καλλιτέχνης παντομίμας
personne qui raconte une histoire ou exprime des émotions par des mouvements du corps, sans utiliser de mots
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mimes
θηλυκό ενικό
mime
Παραδείγματα
Le mime a imité un mur invisible.
Ο μίμος μιμήθηκε έναν αόρατο τοίχο.
LanGeek



























