Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
miauler
01
νιαουρίζω, βγάζω γατούσιο ήχο
pousser le cri du chat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
miaule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
miaulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
miaulerai
παθητική μετοχή
miaulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
miaulions
Παραδείγματα
Le chat miaule pour demander à manger.
Η γάτα νιαουρίζει για να ζητήσει φαγητό.
02
νιαουρίζω, κάνω νιάου
rier ou gémir de manière plaintive
Παραδείγματα
L'enfant miaule quand il a peur.
Το παιδί νιαουρίζει όταν φοβάται.



























