Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
matériel
01
qui est relatif aux objets concrets plutôt qu'aux idées ou à l'esprit , -
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
matériels
θηλυκό ενικό
matérielle
θηλυκό πληθυντικό
matérielles
Παραδείγματα
Les dégâts matériels sont importants.
Le matériel
01
تجهیزات , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le contrôle du matériel sera effectué par des experts.



























