Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le massacre
01
βανδαλισμός, καταστροφή
action de détruire ou d'endommager quelque chose de manière brutale
Παραδείγματα
Le vandalisme a causé un vrai massacre dans le parc.
Ο βανδαλισμός προκάλεσε πραγματική καταστροφή στο πάρκο.
02
σφαγή, μαζική δολοφονία
tuerie massive de personnes, souvent de manière brutale ou injuste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
massacres
Παραδείγματα
Le massacre de la population civile a provoqué une indignation mondiale.
Η σφαγή του πολιτικού πληθυσμού προκάλεσε παγκόσμια αγανάκτηση.
03
συντριπτική ήττα, ταπεινωτική ήττα
défaite écrasante ou humiliante subie par une personne ou un groupe
Παραδείγματα
L'équipe a subi un massacre lors du dernier match.
Η ομάδα υπέστη μια σφαγή στον τελευταίο αγώνα.
04
σφαγή, αμείλικτη κριτική
critique très sévère ou jugement très négatif
Παραδείγματα
Le film a reçu un massacre de la part des critiques.
Η ταινία έλαβε ένα σφαγή από τους κριτικούς.



























