le mascara
mascara
maskaʁa
maskara

Ορισμός και σημασία του "mascara"στα γαλλικά

01

μάσκαρα, μάσκαρα βλεφαρίδων

produit cosmétique utilisé pour noircir, allonger ou épaissir les cils 
le mascara definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle met du mascara pour que ses cils paraissent plus longs. 

Βάζει μάσκαρα για να φαίνονται πιο μακριές οι βλεφαρίδες της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store