Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le mascara
01
μάσκαρα, μάσκαρα βλεφαρίδων
produit cosmétique utilisé pour noircir, allonger ou épaissir les cils
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle met du mascara pour que ses cils paraissent plus longs.
Βάζει μάσκαρα για να φαίνονται πιο μακριές οι βλεφαρίδες της.



























