Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La marelle
01
κουτσό, παιχνίδι με τα κουτάκια
jeu d'enfants consistant à sauter sur des cases tracées au sol en respectant un ordre précis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
marelles
Παραδείγματα
Les enfants jouent à la marelle dans la cour de récréation.
Τα παιδιά παίζουν κουτσό στην αυλή του σχολείου.



























