manuscrit
ma
ma
ma
nusc
nysk
nysk
rit
ʁi
ri
taxonomiebiochimieacrimonieporcherie

Ορισμός και σημασία του "manuscrit"στα γαλλικά

01

χειρόγραφος, γραμμένος με το χέρι

écrit à la main plutôt qu'imprimé ou dactylographié 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
manuscrit
αρσενικό πληθυντικό
manuscrits
θηλυκό ενικό
manuscrite
θηλυκό πληθυντικό
manuscrites
θεματικό πεδίο
écriture, document, production
Παραδείγματα
Elle a corrigé son texte manuscrit avant de le taper. 

Διόρθωσε το χειρόγραφο κείμενό της πριν το πληκτρολογήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store