Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manifester
01
διαδηλώνω
participer à une action publique pour exprimer une opinion ou une revendication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
manifeste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
manifestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
manifesterai
ενεστώτα μετοχή
manifestant
παθητική μετοχή
manifesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
manifestions
Παραδείγματα
Ils ont manifesté leur colère contre les nouvelles lois.
Διαδήλωσαν τον θυμό τους κατά των νέων νόμων.
02
δείχνω, εκφράζω
montrer ou exprimer clairement un sentiment, une émotion ou une idée
Παραδείγματα
Son regard manifeste sa surprise
Το βλέμμα του εκδηλώνει την έκπληξή του.



























