Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manifester
01
διαδηλώνω
participer à une action publique pour exprimer une opinion ou une revendication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
manifeste
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
manifestons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
manifesterai
ενεστώτα μετοχή
manifestant
παθητική μετοχή
manifesté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
manifestions
Παραδείγματα
Les étudiants manifestent contre la réforme de l'université.
Οι φοιτητές διαδηλώνουν κατά της μεταρρύθμισης του πανεπιστημίου.
02
δείχνω, εκφράζω
montrer ou exprimer clairement un sentiment, une émotion ou une idée
Παραδείγματα
Elle manifeste sa joie en souriant à tout le monde
Εκδηλώνει τη χαρά της χαμογελάζοντας σε όλους.



























