Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La manifestation
[gender: feminine]
01
διαδήλωση, διαμαρτυρία
rassemblement public de personnes pour exprimer une opinion ou une protestation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manifestations
Παραδείγματα
Cette manifestation vise à défendre les droits des travailleurs.
Αυτή η διαδήλωση στοχεύει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων.
02
διαδήλωση, συγκέντρωση
rassemblement organisé de personnes pour un but particulier
Παραδείγματα
La manifestation a réuni des experts de différents pays.
Η διαδήλωση συνέκεντρωσε ειδικούς από διαφορετικές χώρες.
03
έκφραση, εκδήλωση
action de montrer ou d'exprimer un sentiment, une idée ou une qualité
Παραδείγματα
La manifestation de la colère a surpris tout le monde.
Η εκδήλωση της οργής εξέπληξε όλους.
04
εμφάνιση, εκδήλωση
apparition ou début visible d'un symptôme ou d'une maladie
Παραδείγματα
La manifestation clinique varie selon les patients.
Η κλινική εκδήλωση ποικίλλει ανάλογα με τους ασθενείς.



























