Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La manifestation
01
διαδήλωση, διαμαρτυρία
rassemblement public de personnes pour exprimer une opinion ou une protestation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manifestations
Παραδείγματα
La manifestation a rassemblé des milliers de personnes.
Η διαδήλωση συγκέντρωσε χιλιάδες ανθρώπους.
02
διαδήλωση, συγκέντρωση
rassemblement organisé de personnes pour un but particulier
Παραδείγματα
La manifestation culturelle a attiré beaucoup de visiteurs.
Η πολιτιστική διαδήλωση προσέλκυσε πολλούς επισκέπτες.
03
έκφραση, εκδήλωση
action de montrer ou d'exprimer un sentiment, une idée ou une qualité
Παραδείγματα
La manifestation de sa joie était évidente.
Η εκδήλωση της χαράς του ήταν προφανής.
04
εμφάνιση, εκδήλωση
apparition ou début visible d'un symptôme ou d'une maladie
Παραδείγματα
La manifestation des symptômes est rapide.
Η εκδήλωση των συμπτωμάτων είναι γρήγορη.



























