Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malheureux
01
qui cause ou subit de la malchance
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό πληθυντικό
malheureux
θηλυκό ενικό
malheureuse
θηλυκό πληθυντικό
malheureuses
Παραδείγματα
Un malheureux accident a eu lieu sur l'autoroute.
02
qui n'est pas heureux, qui ressent de la tristesse
Παραδείγματα
Il est malheureux dans son travail.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
malheureux
mal
heureux



























