Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
majestueux
01
μεγαλοπρεπής, επίσημος
qui impressionne par sa grandeur, sa beauté ou son élégance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus majestueux
συγκριτικός βαθμός
plus majestueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
majestueux
αρσενικό πληθυντικό
majestueux
θηλυκό ενικό
majestueuse
θηλυκό πληθυντικό
majestueuses
Παραδείγματα
Le château est majestueux au lever du soleil.
Το κάστρο είναι μεγαλοπρεπές στην ανατολή του ήλιου.



























