Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
majestueux
01
μεγαλοπρεπής, επίσημος
qui impressionne par sa grandeur, sa beauté ou son élégance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus majestueux
συγκριτικός βαθμός
plus majestueux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
majestueux
αρσενικό πληθυντικό
majestueux
θηλυκό ενικό
majestueuse
θηλυκό πληθυντικό
majestueuses
Παραδείγματα
La cathédrale paraît majestueuse de l' extérieur comme de l' intérieur.
Ο καθεδρικός ναός φαίνεται μεγαλοπρεπής τόσο από έξω όσο και από μέσα.



























