le maillot
Pronunciation
/majo/

Ορισμός και σημασία του "maillot"στα γαλλικά

Le maillot
[gender: masculine]
01

αθλητικό μπλουζάκι, αθλητική μπλούζα

vêtement porté pour pratiquer un sport, souvent près du corps et fabriqué en tissu respirant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maillots
Παραδείγματα
J' aime porter mon maillot de sport pour faire du jogging.
Μου αρέσει να φοράω το αθλητικό μου φανέλα για τζόκινγκ.
02

μαγιό, κοστούμι μπάνιου

vêtement porté pour nager ou pratiquer des sports aquatiques
Παραδείγματα
J' ai oublié mon maillot pour aller à la plage.
Ξέχασα το μαγιό μου για να πάω στην παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store