Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le maillot
01
αθλητικό μπλουζάκι, αθλητική μπλούζα
vêtement porté pour pratiquer un sport, souvent près du corps et fabriqué en tissu respirant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maillots
Παραδείγματα
Il porte un maillot de football pour l'entraînement.
Φοράει μια φανέλα ποδοσφαίρου για την προπόνηση.
02
μαγιό, κοστούμι μπάνιου
vêtement porté pour nager ou pratiquer des sports aquatiques
Παραδείγματα
Elle porte un maillot bleu pour la piscine.
Φοράει ένα μπλε μαγιό για την πισίνα.



























