maigrir
maig
mɛg
meg
rir
ʁiʁ
rir

Ορισμός και σημασία του "maigrir"στα γαλλικά

maigrir
01

αδυνατίζω, χάνω βάρος

perdre du poids, devenir plus mince 
maigrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maigris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maigrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maigrirai
ενεστώτα μετοχή
maigrissant
παθητική μετοχή
maigri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maigrissions
Παραδείγματα
Elle veut maigrir avant l'été. 

Θέλει να αδυνατίσει πριν το καλοκαίρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store