maigrir
Pronunciation
/megʀiʀ/

Ορισμός και σημασία του "maigrir"στα γαλλικά

maigrir
01

αδυνατίζω, χάνω βάρος

perdre du poids, devenir plus mince
maigrir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maigris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maigrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maigrirai
ενεστώτα μετοχή
maigrissant
παθητική μετοχή
maigri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maigrissions
Παραδείγματα
Après plusieurs mois de sport, il commence à maigrir.
Μετά από αρκετούς μήνες αθλητισμού, αρχίζει να χάνει βάρος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store