Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maigrir
01
αδυνατίζω, χάνω βάρος
perdre du poids, devenir plus mince
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
maigris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
maigrissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
maigrirai
ενεστώτα μετοχή
maigrissant
παθητική μετοχή
maigri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
maigrissions
Παραδείγματα
Après plusieurs mois de sport, il commence à maigrir.
Μετά από αρκετούς μήνες αθλητισμού, αρχίζει να χάνει βάρος.



























