Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maigre
01
αδύνατος, λεπτός
qui a très peu de graisse corporelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus maigre
συγκριτικός βαθμός
plus maigre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maigre
αρσενικό πληθυντικό
maigres
θηλυκό ενικό
maigre
θηλυκό πληθυντικό
maigres
Παραδείγματα
Le chat errant était trop maigre – on voyait ses côtes.
Η αδέσποτη γάτα ήταν πολύ αδύνατη – φαίνονταν τα πλευρά της.
02
αδύνατος, χαμηλός σε λίπος
( viande) contenant très peu de graisse
Παραδείγματα
Le filet de bœuf est une viande maigre idéale pour les régimes.
Το φιλέτο βοδινού είναι ένα άπαχο κρέας ιδανικό για δίαιτες.



























