Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maigre
01
αδύνατος, λεπτός
qui a très peu de graisse corporelle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus maigre
συγκριτικός βαθμός
plus maigre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maigre
αρσενικό πληθυντικό
maigres
θηλυκό ενικό
maigre
θηλυκό πληθυντικό
maigres
Παραδείγματα
Ses bras maigres tremblaient sous le poids du sac.
Τα αδύνατα χέρια του τρέμανε κάτω από το βάρος της τσάντας.
02
αδύνατος, χαμηλός σε λίπος
(viande) contenant très peu de graisse
Παραδείγματα
Les steaks maigres cuisent plus vite que les morceaux gras.
Τα άπαχα μπριζόλα ψήνονται πιο γρήγορα από τα λιπαρά κομμάτια.



























