maigre
maigre
mɛ:gʁ
megr
maire

Ορισμός και σημασία του "maigre"στα γαλλικά

01

αδύνατος, λεπτός

qui a très peu de graisse corporelle 
maigre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus maigre
συγκριτικός βαθμός
plus maigre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
maigre
αρσενικό πληθυντικό
maigres
θηλυκό ενικό
maigre
θηλυκό πληθυντικό
maigres
Παραδείγματα
Le chat errant était trop maigre – on voyait ses côtes. 

Η αδέσποτη γάτα ήταν πολύ αδύνατη – φαίνονταν τα πλευρά της.

02

αδύνατος, χαμηλός σε λίπος

( viande)  contenant très peu de graisse 
maigre definition and meaning
Παραδείγματα
Le filet de bœuf est une viande maigre idéale pour les régimes. 

Το φιλέτο βοδινού είναι ένα άπαχο κρέας ιδανικό για δίαιτες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store