Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le magasin
[gender: masculine]
01
κατάστημα, αποθήκη
lieu où l'on vend des produits aux clients
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
magasins
Παραδείγματα
Nous avons visité plusieurs magasins hier.
Επισκεφτήκαμε πολλά καταστήματα χθες.
02
αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος
lieu où l'on stocke des marchandises ou des matériaux
Παραδείγματα
Ce magasin sert de réserve pour les pièces détachées.
Αυτή η αποθήκη λειτουργεί ως απόθεμα για ανταλλακτικά.
03
γέμισμα
partie d'une arme à feu où l'on place les munitions
Παραδείγματα
Le magasin est coincé, il faut le nettoyer.
Το γεμιστήρα έχει κολλήσει, πρέπει να καθαριστεί.



























