le magasin
magasin
magazɛ̃
magaze

Ορισμός και σημασία του "magasin"στα γαλλικά

01

κατάστημα, αποθήκη

lieu où l'on vend des produits aux clients 
le magasin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
magasins
Παραδείγματα
Je vais au magasin pour acheter du pain. 

Πηγαίνω στο κατάστημα για να αγοράσω ψωμί.

02

αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος

lieu où l'on stocke des marchandises ou des matériaux 
le magasin definition and meaning
Παραδείγματα
Le magasin contient beaucoup de produits. 

Η αποθήκη περιέχει πολλά προϊόντα.

03

γέμισμα

partie d'une arme à feu où l'on place les munitions 
le magasin definition and meaning
Παραδείγματα
Le soldat a chargé le magasin de son fusil. 

Ο στρατιώτης γέμισε το γεμιστήρα του τουφεκιού του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store