la machine à laver
Pronunciation
/maʃin a lave/

Ορισμός και σημασία του "machine à laver"στα γαλλικά

La machine à laver
[gender: feminine]
01

πλυντήριο, πλυντήριο ρούχων

appareil électroménager utilisé pour laver le linge automatiquement
la machine à laver definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
machines à laver
Παραδείγματα
Il faut nettoyer régulièrement le filtre de la machine à laver.
Πρέπει να καθαρίζεται τακτικά το φίλτρο του πλυντηρίου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store