les lunettes de plongée
lunettes
lʏnɛt
lunet
de
də
dē
plongée
plɔ̃ʒe
plawzhe

Ορισμός και σημασία του "lunettes de plongée"στα γαλλικά

Les lunettes de plongée
01

ματογυάλια κολύμβησης, ματογυάλια κατάδυσης

lunettes qui couvrent les yeux et parfois le nez pour voir sous l'eau en nageant ou en plongeant 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lunettes de plongée
Παραδείγματα
Elle met ses lunettes de plongée avant d'entrer dans la piscine. 

Φοράει τα ματογυάλια κατάδυσης της πριν μπει στην πισίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store