la lucidité
lucidité
lysid͡zite
lysidzite
relâcherorchidéesinistrédéchaîné

Ορισμός και σημασία του "lucidité"στα γαλλικά

01

διαύγεια του νου, σαφήνεια σκέψης

capacité à avoir une pensée claire et à comprendre la réalité 
la lucidité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa lucidité lui permet de prendre de bonnes décisions. 

Η διαύγειά της της επιτρέπει να παίρνει καλές αποφάσεις.

02

σαφήνεια, διορατικότητα

capacité à percevoir la réalité avec clairvoyance ou discernement 
la lucidité definition and meaning
Παραδείγματα
Sa lucidité sur les événements lui permet de prévoir les problèmes. 

Η διαύγειά της για τα γεγονότα της επιτρέπει να προβλέψει προβλήματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store