la lucidité
Pronunciation
/lysiditˈe/

Ορισμός και σημασία του "lucidité"στα γαλλικά

La lucidité
[gender: feminine]
01

διαύγεια του νου, σαφήνεια σκέψης

capacité à avoir une pensée claire et à comprendre la réalité
la lucidité definition and meaning
example
Παραδείγματα
La lucidité est essentielle pour gérer le stress.
Η διαύγεια του νου είναι απαραίτητη για τη διαχείριση του στρες.
02

σαφήνεια, διορατικότητα

capacité à percevoir la réalité avec clairvoyance ou discernement
la lucidité definition and meaning
example
Παραδείγματα
La lucidité est une qualité importante pour évaluer une situation.
Η διαύγεια είναι μια σημαντική ιδιότητα για την αξιολόγηση μιας κατάστασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store