Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lucidité
01
διαύγεια του νου, σαφήνεια σκέψης
capacité à avoir une pensée claire et à comprendre la réalité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa lucidité lui permet de prendre de bonnes décisions.
Η διαύγειά της της επιτρέπει να παίρνει καλές αποφάσεις.
02
σαφήνεια, διορατικότητα
capacité à percevoir la réalité avec clairvoyance ou discernement
Παραδείγματα
Sa lucidité sur les événements lui permet de prévoir les problèmes.
Η διαύγειά της για τα γεγονότα της επιτρέπει να προβλέψει προβλήματα.



























