Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lucide
01
σαφής, ξύπνιος
qui est conscient et clair dans sa pensée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus lucide
συγκριτικός βαθμός
plus lucide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lucide
αρσενικό πληθυντικό
lucides
θηλυκό ενικό
lucide
θηλυκό πληθυντικό
lucides
Παραδείγματα
Il est lucide malgré les difficultés.
Είναι σαφής παρά τις δυσκολίες.
02
διαυγής, οξυδερκής
qui a une vision claire et positive des choses
Παραδείγματα
Elle reste lucide face aux difficultés.
Παραμένει σαφής στο μυαλό απέναντι στις δυσκολίες.



























