lucide
lu
ly
ly
cide
sɪd
sid
lucie

Ορισμός και σημασία του "lucide"στα γαλλικά

01

σαφής, ξύπνιος

qui est conscient et clair dans sa pensée 
lucide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus lucide
συγκριτικός βαθμός
plus lucide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
lucide
αρσενικό πληθυντικό
lucides
θηλυκό ενικό
lucide
θηλυκό πληθυντικό
lucides
Παραδείγματα
Il est lucide malgré les difficultés. 

Είναι σαφής παρά τις δυσκολίες.

02

διαυγής, οξυδερκής

qui a une vision claire et positive des choses 
lucide definition and meaning
Παραδείγματα
Elle reste lucide face aux difficultés. 

Παραμένει σαφής στο μυαλό απέναντι στις δυσκολίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store