Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lucide
01
σαφής, ξύπνιος
qui est conscient et clair dans sa pensée
Παραδείγματα
Être lucide permet de mieux gérer le stress.
Το να είσαι διαυγής επιτρέπει καλύτερη διαχείριση του άγχους.
02
διαυγής, οξυδερκής
qui a une vision claire et positive des choses
Παραδείγματα
Être lucide aide à éviter les erreurs.
Το να είσαι διαυγής βοηθά στην αποφυγή λαθών.



























