Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La loupe
01
instrument optique muni d'une lentille permettant d'agrandir l'image d'un objet , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il observe l'insecte avec une loupe.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instrument optique muni d'une lentille permettant d'agrandir l'image d'un objet , -