Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lotissement
01
ensemble de terrains ou d'habitations issus d'une même opération de division foncière , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Ils habitent dans un nouveau lotissement.



























