Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La lingerie
[gender: feminine]
01
εσώρουχα, γυναικεία εσώρουχα
vêtements d'intime féminins, souvent élégants ou sophistiqués
Παραδείγματα
La lingerie fine est un secteur important de la mode française.
Η λεπτή εσώρουχα είναι ένας σημαντικός τομέας της γαλλικής μόδας.



























