Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le lecteur MP3
[gender: masculine]
01
αναπαραγωγέας MP3, συσκευή αναπαραγωγής MP3
appareil portable qui permet d'écouter de la musique numérique au format MP3
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lecteurs MP3
Παραδείγματα
Les lecteurs MP3 sont moins utilisés depuis l' arrivée des smartphones.
Οι αναγνώστες MP3 χρησιμοποιούνται λιγότερο από την άφιξη των smartphones.



























