Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
λα, λα
mot utilisé pour désigner un nom féminin singulier spécifique
Παραδείγματα
La fille joue dans le jardin.
La κορίτσι παίζει στον κήπο.
01
την
pronom utilisé pour remplacer un nom féminin singulier en fonction de complément d'objet direct
Παραδείγματα
Je la vois tous les jours.
Την βλέπω κάθε μέρα.
Le la
01
λα, λα
sixième note de la gamme de musique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
las
Παραδείγματα
Le pianiste joue le la doucement.
Ο πιανίστας παίζει το λα απαλά.



























