Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
λα, λα
mot utilisé pour désigner un nom féminin singulier spécifique
Παραδείγματα
La pluie commence à tomber.
La βροχή αρχίζει να πέφτει.
01
την
pronom utilisé pour remplacer un nom féminin singulier en fonction de complément d'objet direct
Παραδείγματα
Nous la voyons souvent au parc.
Την βλέπουμε συχνά στο πάρκο.
Le la
[gender: masculine]
01
λα, λα
sixième note de la gamme de musique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
las
Παραδείγματα
La mélodie commence par le la et continue avec le si.
Η μελωδία ξεκινά με το λα και συνεχίζει με το σι.



























