le kiosque
kiosque
kjɔsk
kyawsk
kiosque à journaux

Ορισμός και σημασία του "kiosque"στα γαλλικά

01

περίπτερο, περίπτερο εφημερίδων

petit bâtiment souvent ouvert sur les côtés, utilisé pour vendre des journaux, des magazines ou d'autres articles 
le kiosque definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
kiosques
Παραδείγματα
J'ai acheté ce magazine au kiosque près de la gare. 

Αγόρασα αυτό το περιοδικό στο περίπτερο κοντά στον σταθμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store