la jupe
Pronunciation
/ʒyp/

Ορισμός και σημασία του "jupe"στα γαλλικά

La jupe
[gender: feminine]
01

φούστα, ποδιά

vêtement porté à la taille qui descend sur les jambes sans les couvrir entièrement
la jupe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
jupes
Παραδείγματα
Les jupes longues sont à la mode cette année.
Οι φούστες μακριές είναι στη μόδα φέτος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store