Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le journal
01
εφημερίδα, ημερολόγιο
publication périodique contenant des articles d'actualité ou divers sujets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
journaux
Παραδείγματα
Je lis le journal tous les matins.
Διαβάζω την εφημερίδα κάθε πρωί.
02
εικονικά δελτία ειδήσεων, προγράμματα ειδήσεων
émissions à la radio ou à la télévision qui donnent les dernières informations
Παραδείγματα
Je regarde les journaux tous les soirs.
Βλέπω τα δελτία ειδήσεων κάθε βράδυ.
03
ημερολόγιο, προσωπικό σημειωματάριο
carnet où l'on écrit ses pensées et événements personnels
Παραδείγματα
Elle écrit dans son journal chaque soir.
Γράφει στο ημερολόγιό της κάθε βράδυ.



























