le jour
jour
ʒu:ʁ
zhoor
jouerjoueurjouir

Ορισμός και σημασία του "jour"στα γαλλικά

01

ημέρα, ημέρα φωτός

période de temps avec lumière naturelle, comprise entre le lever et le coucher du soleil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jours
Παραδείγματα
Le soleil brille pendant le jour. 

Ο ήλιος λάμπει κατά τη διάρκεια της ημέρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store