Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le joueur
[female form: joueuse][gender: masculine]
01
παίκτης, συμμετέχων
personne qui participe à un jeu ou un sport
Παραδείγματα
Ce joueur marque beaucoup de buts.
Αυτός ο παίκτης σκοράρει πολλά γκολ.
02
μουσικός, οργανοπαίκτης
personne qui joue d'un instrument de musique
Παραδείγματα
Ce joueur joue du violon depuis dix ans.
Αυτός ο παίκτης παίζει βιολί εδώ και δέκα χρόνια.
joueur
01
παιχνιδιάρης, ατακτικός
qui aime jouer, souvent de manière joyeuse ou espiègle
Παραδείγματα
Ce chiot est toujours joueur et énergique.
Αυτό το κουτάβι είναι πάντα παιχνιδιάρικο και ενεργητικό.



























