Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le joueur
01
παίκτης, συμμετέχων
personne qui participe à un jeu ou un sport
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
joueurs
Παραδείγματα
Il est un joueur de football professionnel.
Είναι επαγγελματίας ποδοσφαιριστής παίκτης.
02
μουσικός, οργανοπαίκτης
personne qui joue d'un instrument de musique
Παραδείγματα
Il est un joueur de guitare talentueux.
Είναι ένας ταλαντούχος κιθαρίστας.
joueur
01
παιχνιδιάρης, ατακτικός
qui aime jouer, souvent de manière joyeuse ou espiègle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus joueur
συγκριτικός βαθμός
plus joueur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
joueur
αρσενικό πληθυντικό
joueurs
θηλυκό ενικό
joueuse
θηλυκό πληθυντικό
joueuses
Παραδείγματα
Le chat est très joueur.
Η γάτα είναι πολύ παιχνιδιάρα.



























