jaloux
ja
ʒa
ζα
loux
lu
λου

Ορισμός και σημασία του "jaloux"στα γαλλικά

01

ζηλιάρης, φθονερός

qui n'aime pas que les autres aient ce qu'il n'a pas, ou qui a peur de perdre l'affection de quelqu'un 
jaloux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus jaloux
συγκριτικός βαθμός
plus jaloux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jaloux
αρσενικό πληθυντικό
jaloux
θηλυκό ενικό
jalouse
θηλυκό πληθυντικό
jalouses
θεματικό πεδίο
émotion, relation, psychologie
Παραδείγματα
Elle est jalouse de la nouvelle voiture de sa voisine. 

Είναι ζηλιάρα για το καινούριο αυτοκίνητο της γειτόνισσάς της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store