Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jaloux
01
ζηλιάρης, φθονερός
qui n'aime pas que les autres aient ce qu'il n'a pas, ou qui a peur de perdre l'affection de quelqu'un
Παραδείγματα
Il se sent jaloux quand il voit les voyages de ses amis.
Νιώθει ζηλιάρης όταν βλέπει τα ταξίδια των φίλων του.



























