l'isolation
i
i
ι
so
zɔ
ζο
lat
las
λασ
ion
jɔ̃
γο

Ορισμός και σημασία του "isolation"στα γαλλικά

01

μόνωση, απομόνωση

action ou procédé visant à protéger un bâtiment, une pièce ou un élément contre la chaleur, le froid, le bruit ou l'humidité à l'aide de matériaux isolants 
l'isolation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
isolations
Παραδείγματα
L'isolation des murs réduit les pertes de chaleur. 

Η μόνωση των τοίχων μειώνει τις απώλειες θερμότητας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

isolation
isolate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store