Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'isolation
01
μόνωση, απομόνωση
action ou procédé visant à protéger un bâtiment, une pièce ou un élément contre la chaleur, le froid, le bruit ou l'humidité à l'aide de matériaux isolants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
isolations
Παραδείγματα
L'isolation des murs réduit les pertes de chaleur.
Η μόνωση των τοίχων μειώνει τις απώλειες θερμότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
isolation
isolate



























