Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irréprochable
01
qui ne présente aucune faute ou aucun défaut moral , -
γραμματικές πληροφορίες
αρσενικό ενικό
irréprochable
αρσενικό πληθυντικό
irréprochables
θηλυκό ενικό
irréprochable
θηλυκό πληθυντικό
irréprochables
Παραδείγματα
Son comportement a été irréprochable.



























