l'intuition
int
ɛ̃t
ετ
uit
ɥis
ουισ
ion
jɔ̃
γο
intentioninanition

Ορισμός και σημασία του "intuition"στα γαλλικά

01

διαίσθηση, προαίσθημα

connaissance ou perception immédiate sans raisonnement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a eu l'intuition que quelque chose n'allait pas. 

Είχε την διαίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

intuition
tuition
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store