Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intuition
01
διαίσθηση, προαίσθημα
connaissance ou perception immédiate sans raisonnement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a eu l'intuition que quelque chose n'allait pas.
Είχε την διαίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Λεξικό Δέντρο
intuition
tuition



























