intrépide
intrépide
ɛ̃tʁepid
etrepid

Ορισμός και σημασία του "intrépide"στα γαλλικά

intrépide
01

ατρόμητος, θαρραλέος

qui n'a pas peur, courageux face au danger 
intrépide definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus intrépide
συγκριτικός βαθμός
plus intrépide
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intrépide
αρσενικό πληθυντικό
intrépides
θηλυκό ενικό
intrépide
θηλυκό πληθυντικό
intrépides
Παραδείγματα
Il est intrépide quand il affronte les défis. 

Είναι ατρόμητος όταν αντιμετωπίζει τις προκλήσεις.

01

ατρόμητος, θαρραλέος

une personne qui n'a pas peur, courageuse face au danger 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intrépides
Παραδείγματα
L'intrépide a sauvé la victime du feu. 

Ο ατρόμητος έσωσε το θύμα από τη φωτιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store