Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insuffisant
01
ανεπαρκής, ανεπαρκές
qui n'est pas assez grand, assez important ou assez nombreux pour un besoin ou un objectif
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus insuffisant
συγκριτικός βαθμός
plus insuffisant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
insuffisant
αρσενικό πληθυντικό
insuffisants
θηλυκό ενικό
insuffisante
θηλυκό πληθυντικό
insuffisantes
Παραδείγματα
La quantité de nourriture est insuffisante pour tous.
Η ποσότητα του φαγητού είναι ανεπαρκής για όλους.
02
ανεπαρκής, ανεπίδεκτος
qui ne satisfait pas aux exigences ou aux critères requis
Παραδείγματα
Son travail est insuffisant pour obtenir la note maximale.
Η δουλειά του είναι ανεπαρκής για να πάρει τον υψηλότερο βαθμό.
03
ανεπαρκής, ελλιπής
incapable de fonctionner correctement ou de remplir sa fonction
Παραδείγματα
Le cœur est insuffisant chez ce patient.
Η καρδιά είναι ανεπαρκής σε αυτόν τον ασθενή.



























