l'instrument
instrument
ɛ̃stʁymɑ̃
estrymaa
instamment

Ορισμός και σημασία του "instrument"στα γαλλικά

01

όργανο, μουσικό όργανο

objet ou appareil utilisé pour produire de la musique 
l'instrument definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
instruments
Παραδείγματα
Elle joue d'un instrument depuis son enfance. 

Παίζει ένα όργανο από την παιδική της ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store