Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'institut
01
ιδρυμα, κέντρο
établissement dédié à l'enseignement, à la recherche ou à une activité spécifique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
instituts
Παραδείγματα
L'institut organise des cours de langues chaque année.
Το ινστιτούτο οργανώνει μαθήματα γλωσσών κάθε χρόνο.



























