l'instant
Pronunciation
/ɛ̃stɑ̃/

Ορισμός και σημασία του "instant"στα γαλλικά

L'instant
[gender: masculine]
01

une très courte durée ou un point précis dans le temps

l'instant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
instants
Παραδείγματα
Il faut saisir l' instant présent.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store