l'injection
injection
ɛ̃ʒɛksjɔ̃
ezheksyaw
inspectioninjonctioninfectioninaction

Ορισμός και σημασία του "injection"στα γαλλικά

01

ένεση, ενέσιμο

introduction d'un liquide dans le corps au moyen d'une seringue 
l'injection definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
injections
Παραδείγματα
L'injection réduit rapidement la douleur. 

Η ένεση μειώνει γρήγορα τον πόνο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

injection
inject
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store