Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
injecter
01
ενέχω, κάνω ένεση
introduire un liquide, un médicament ou une substance dans le corps à l'aide d'une seringue ou d'un dispositif similaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
injecte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
injectons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
injecterai
ενεστώτα μετοχή
injectant
παθητική μετοχή
injecté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
injections
Παραδείγματα
Le liquide est injecté directement dans la veine.
Το υγρό εγχέεται απευθείας στη φλέβα.



























