l'initiative
Pronunciation
/inisjativ/

Ορισμός και σημασία του "initiative"στα γαλλικά

L'initiative
[gender: feminine]
01

πρωτοβουλία, ικανότητα να ξεκινά

capacité ou action de commencer quelque chose de manière autonome et originale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
initiatives
Παραδείγματα
Son initiative a permis de résoudre rapidement le problème.
Η πρωτοβουλία του επέτρεψε την γρήγορη επίλυση του προβλήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store