l'ingénieur
in
ɛ̃
ε
gén
ʒen
ζεν
ieur
jœʁ
γœρ

Ορισμός και σημασία του "ingénieur"στα γαλλικά

01

μηχανικός

personne qui conçoit, construit ou améliore des machines , des bâtiments ou des systèmes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ingénieurs
αρσενικό ενικό
ingénieur
θηλυκό ενικό
ingénieur
neutral form
ingénieur
Παραδείγματα
L'ingénieur travaille sur un nouveau projet. 

Ο μηχανικός εργάζεται σε ένα νέο έργο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store