l'infraction
infraction
ɛ̃fʁaksjɔ̃
efraksyaw
interactioninfectioninaction

Ορισμός και σημασία του "infraction"στα γαλλικά

01

παράβαση, αδίκημα

action interdite par la loi et punie par la justice 
l'infraction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
infractions
Παραδείγματα
Conduire sans permis est une infraction grave. 

Η οδήγηση χωρίς δίπλωμα είναι μια σοβαρή παράβαση.

Λεξικό Δέντρο

infraction
fraction
fract
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store