Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'infraction
01
παράβαση, αδίκημα
action interdite par la loi et punie par la justice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
infractions
Παραδείγματα
Conduire sans permis est une infraction grave.
Η οδήγηση χωρίς δίπλωμα είναι μια σοβαρή παράβαση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
infraction
fraction
fract



























