Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'informatique
01
πληροφορική, επιστήμη των υπολογιστών
science qui étudie le traitement automatique de l'information avec des ordinateurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
informatiques
Παραδείγματα
Elle étudie l'informatique à l'université.
Σπουδάζει πληροφορική στο πανεπιστήμιο.
informatique
01
υπολογιστικός, πληροφοριακός
qui est lié aux ordinateurs ou au traitement de l'information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
informatique
αρσενικό πληθυντικό
informatiques
θηλυκό ενικό
informatique
θηλυκό πληθυντικό
informatiques
Παραδείγματα
Il a acheté du matériel informatique pour son bureau.
Αγόρασε υπολογιστικό υλικό για το γραφείο του.



























