l'influence
influence
ɛ̃flyɑ̃s
eflyaas
inférence

Ορισμός και σημασία του "influence"στα γαλλικά

01

επιρροή, επιρροή

action exercée sur quelqu'un ou quelque chose qui modifie son comportement ou son état 
l'influence definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
influences
Παραδείγματα
Il a une grande influence sur ses amis. 

Έχει μεγάλη επιρροή στους φίλους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store