inflammatoire
inflammatoire
ɛ̃flamatwaʁ
eflamatvar

Ορισμός και σημασία του "inflammatoire"στα γαλλικά

inflammatoire
01

φλεγμονώδης, φλεγμονώδους

qui provoque ou est lié à une inflammation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inflammatoire
αρσενικό πληθυντικό
inflammatoires
θηλυκό ενικό
inflammatoire
θηλυκό πληθυντικό
inflammatoires
Παραδείγματα
Une réaction inflammatoire peut provoquer de la douleur et du gonflement. 

Μια φλεγμονώδης αντίδραση μπορεί να προκαλέσει πόνο και πρήξιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store