l'infirmier
infirmier
ɛ̃fɪʁmje
efirmye
infirmer

Ορισμός και σημασία του "infirmier"στα γαλλικά

01

νοσοκόμος

personne qui soigne les malades et aide les médecins à l'hôpital ou en clinique 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
infirmiers
αρσενικό ενικό
infirmier
θηλυκό ενικό
infirmière
neutral form
soignant
Παραδείγματα
L'infirmier donne les médicaments aux patients. 

Ο νοσηλευτής δίνει τα φάρμακα στους ασθενείς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store