Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'infirmerie
01
ασθενόκομος, ιατρείο
lieu où l'on soigne les malades ou les blessés, souvent dans une école, une entreprise ou un établissement militaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
infirmeries
Παραδείγματα
Elle est responsable de l' infirmerie depuis cinq ans.
Είναι υπεύθυνη για το νοσοκομείο εδώ και πέντε χρόνια.



























