Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inculte
01
αγροίκος, αμόρφωτος
qui manque d'éducation ou de connaissances générales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus inculte
συγκριτικός βαθμός
plus inculte
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inculte
αρσενικό πληθυντικό
incultes
θηλυκό ενικό
inculte
θηλυκό πληθυντικό
incultes
Παραδείγματα
Son esprit inculte ne s' intéresse qu' aux futilités.
Το αμόρφωτο μυαλό του ενδιαφέρεται μόνο για ασήμαντα πράγματα.



























