Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inculte
01
αγροίκος, αμόρφωτος
qui manque d'éducation ou de connaissances générales
Παραδείγματα
Son esprit inculte ne s' intéresse qu' aux futilités.
Το αμόρφωτο μυαλό του ενδιαφέρεται μόνο για ασήμαντα πράγματα.



























